Το επαίσχυντο χρονικό μιας εβδομάδας: πώς γεννήθηκε η ΟΕΟΥ

Πίσω από την πρόσοψη της δημιουργίας της ΟΕΟΥ κρύβονται επαίσχυντες λεπτομέρειες. Φωτογραφία: ΕΟΔ

Πίσω από την πρόσοψη της δημιουργίας της ΟΕΟΥ κρύβονται επαίσχυντες λεπτομέρειες. Φωτογραφία: ΕΟΔ

Η αμερικανική σύνταξη του Ένωση Ορθοδόξων Δημοσιογράφων δημοσίευσε εσωτερική έκθεση κληρικού του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος τον Δεκέμβριο του 2018 συνόδευε στο Κίεβο τον Μητροπολίτη Γαλλίας Εμμανουήλ. Το έγγραφο απευθύνεται προσωπικά στον Πατριάρχη Βαρθολομαίο και συντάχθηκε περίπου έναν μήνα μετά τα γεγονότα, τον Ιανουάριο του 2019. Καλύπτει ακριβώς μία εβδομάδα: από τη Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου, όταν ο συντάκτης έφτασε αεροπορικώς στο Κίεβο, έως την Κυριακή 16 Δεκεμβρίου, όταν η αντιπροσωπεία επέστρεψε στο Φανάρι. Σύμφωνα με πηγές του εντύπου, συντάκτης της έκθεσης είναι ο νυν Μητροπολίτης Αγκύρας Γρηγόριος, ο οποίος το 2018 ήταν νεαρός διάκονος του Πατριαρχείου. Δεν πρόκειται για δημοσιογραφικό κείμενο ούτε για απομνημονεύματα, αλλά για υπηρεσιακό σημείωμα από εκείνα που γράφονται για έναν μόνο αναγνώστη, και γι᾽ αυτό με απόλυτη ειλικρίνεια και με κάθε λεπτομέρεια.

Σε αυτό ακριβώς έγκειται η αξία του εγγράφου και, συγχρόνως, ο κίνδυνος που αυτό συνιστά για το Φανάρι. Όλα τα δημόσια κείμενα του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως για τη «Συνοδο Ενοποίησης» της 15ης Δεκεμβρίου 2018, στην οποία ουσιαστικά δημιουργήθηκε η ΠΕΚΥ (Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας), διατυπώνονται με τον πιο πανηγυρικό τόνο: το Πατριαρχείο «δοξολογώντας τον Θεό και με μεγάλη χαρά» ανακοίνωνε την επιτυχή ολοκλήρωση της Συνόδου. Η έκθεση, αντίθετα, γράφτηκε από άμεσο συμμετέχοντα στα γεγονότα και δεν προοριζόταν για αδιάκριτα βλέμματα. Γι᾽ αυτό και η εικόνα που δίνει είναι εντελώς διαφορετική, και τα χρώματα εντελώς άλλα.

В хронике для Патриарха Варфоломея представитель Фанара описал слежку СБУ за делегацией Константинополя и давление Порошенко на ход «объединительного собора».

Για τη γνησιότητα του εγγράφου μαρτυρεί έμμεσα η πληροφόρηση του συντάκτη: γνώριζε μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια το πρωτόκολλο της αντιπροσωπείας του Φαναρίου, συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων των υπαλλήλων της Προεδρικής Διοίκησης και του προγράμματος των συναντήσεων με τους επισκόπους της ΟΟΕ (Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία) και τους «ιεράρχες» της ΠΕΚΥ, καθώς και την ακριβή κατανομή των ψήφων κατά τη σύνταξη του καταλόγου τριών υποψηφίων για τη θέση του προκαθημένου της νεοσύστατης δομής.

Σημειώνουμε ότι τα ελληνικά ΜΜΕ πρόλαβαν ήδη να σχολιάσουν το έγγραφο και, κατά τη γνώμη τους, «είναι αρκετά συγκεκριμένο ώστε να μην μείνει αναπάντητο». «Αν ασκήθηκε πολιτική πίεση στην πατριαρχική αντιπροσωπεία, αυτό πρέπει να διευκρινιστεί. Αν οι περιγραφές είναι ανακριβείς, χρειάζεται εξίσου σαφής διάψευση με στοιχεία. Η σιωπή αφήνει χώρο σε υποψίες γύρω από τις κρίσιμες ημέρες του Δεκεμβρίου 2018», εκτιμούν στην «Εκκλησία Online». Ας δούμε, λοιπόν, τι αναφέρεται στην έκθεση του συμμετέχοντα στα συγκεκριμένα γεγονότα.

Εκείνη διδάσκει και εσείς μαθαίνετε

Ο συντάκτης της χρονογραφίας είναι πεπεισμένος ότι κύριο καθήκον της αντιπροσωπείας του Φαναρίου στο Κίεβο ήταν η τήρηση των συμφερόντων του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Από αυτό ακριβώς ξεκινούσε η αντιπροσωπεία στο έργο της στην Ουκρανία.

Ιδού η συνομιλία στην τουαλέτα, όπου ο συντάκτης βγήκε «να πιτσιλίσει λίγο νερό στο πρόσωπό του» και συνάντησε τον «αρχιεπίσκοπο» Ευστράτιο Ζορια, εκείνη την εποχή δεξί χέρι του Φιλαρέτου. Ο Ζορια ρωτά πώς βλέπει την κατάσταση. Η απάντηση αξίζει να παρατεθεί, διότι είναι, κατ᾽ ουσίαν, μανιφέστο: «Δεν ήρθαμε εδώ για να διαπραγματευτούμε, ούτε για να αμφισβητήσουμε τα δικαιώματα της Μητέρας Εκκλησίας. Εκείνη διδάσκει και εσείς μαθαίνετε. Στην προκειμένη περίπτωση δεν διαπραγματευόμαστε ως ίσοι με ίσους».

Και παρακάτω: «Θέλετε παράλογες απαιτήσεις; Θα μείνετε στο σχίσμα. Αυτή είναι η τελευταία ευκαιρία του γέροντα Φιλαρέτου να γίνει ήρωας. Αν την αφήσει να περάσει, θα τελειώσει τη ζωή του ως σχισματικός. Δεν βρισκόμαστε στη θέση των ευεργετουμένων, αλλά στη θέση των ευεργετών».

Και όλα αυτά τα λέει όχι ένας μητροπολίτης ούτε ένας πατριάρχης, αλλά ένας διάκονος του Φαναρίου – σε ένα αποχωρητήριο, σε έναν Ουκρανό «αρχιεπίσκοπο», ο οποίος τυπικά στέκεται πολύ ψηλότερα από αυτόν στην ιεραρχία. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ζόρια όχι μόνο δεν αγανάκτησε με τον αυθάδη τόνο του συνομιλητή του, αλλά και τον ευχαρίστησε.

Ο ίδιος τόνος ακούγεται και από το στόμα του μητροπολίτη Αδριανουπόλεως Αμφιλοχίου, όταν την επομένη της Συνόδου, λειτουργώντας στη μονή του Αγίου Μιχαήλ, λέει ότι η Μητέρα Εκκλησία «βάπτισε εκ νέου τον ουκρανικό λαό».

Ο συγγραφέας το μεταφέρει χωρίς ίχνος αμηχανίας, ως μια πολύ επιτυχημένη δήλωση. Ας σκεφτούμε όμως τι σήμαινε αυτή η φράση για όσους την άκουσαν: ένας λαός με χιλιόχρονη χριστιανική ιστορία ανακηρύσσεται εκ νέου βαπτισμένος, επειδή μια κωνσταντινουπολίτικη αντιπροσωπεία πέρασε μια εβδομάδα στο Κίεβο και οργάνωσε μια «σύνοδο», στην οποία οι σχισματικοί έλαβαν νομιμοποίηση. Μια τέτοια στάση θυμίζει πολύ αποικιοκρατική ρητορική και για την ουκρανική εκκλησιαστική αυτοσυνείδηση είναι προσβλητική, ανεξάρτητα από τη δικαιοδοσία.

Εξίσου εύγλωττη είναι η σκηνή με τη διάλυση των δομών του Πατριαρχείου Κιέβου και της ΟΑΟΕ.

Πρώτον, ο συγγραφέας γράφει τις ονομασίες τους πάντοτε σε εισαγωγικά. Δεύτερον, εξηγεί στον Ζόρια ότι το έγγραφο αυτοδιάλυσης πρέπει να υπογραφεί πριν από τη Συνέλευση Ενοποίησης, διότι η διάλυση, στη διάρκειά της, μιας οργάνωσης που η «Μητέρα Εκκλησία ουδέποτε αναγνώρισε» θα σήμαινε έμμεση αναγνώρισή της (!). Έτσι, ο εκπρόσωπος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως επιβεβαίωσε ουσιαστικά ότι το Φανάρι ουδέποτε θεωρούσε Εκκλησία την ΟΟΕ-ΠΚ και την ΟΑΟΕ. Ο συγγραφέας όμως προχωρά παραπέρα και προσθέτει απειλή: αν δεν γίνει διάλυση, ο μητροπολίτης Εμμανουήλ δεν θα συμμετάσχει στην προετοιμαζόμενη εκδήλωση, «και θα εξευτελιστείτε μέχρι τα πέρατα της γης». Και αμέσως, σε παρένθεση, αποκαλύπτει στον αναγνώστη τον «κρυφό υπολογισμό» του, γράφοντας γι' αυτό χωρίς περιστροφές: αν κάτι πήγαινε στραβά, οι Ουκρανοί θα είχαν δρόμο επιστροφής, ενώ με τη διάλυση «αυτός ο δρόμος υποχώρησης θα έκλεινε και θα ήταν δεσμευμένοι».

Στην ουσία, αυτή είναι η κομβική φράση ολόκληρου του εγγράφου. Εξηγεί πολύ καλά γιατί το Φανάρι χρειάστηκε την αυτοδιάλυση της ΟΟΕ-ΠΚ και της ΟΑΟΕ την παραμονή και όχι μετά τη Σύνοδο: όχι για την καθαρότητα της εκκλησιολογίας, αλλά για να δεσμεύσει τους συμμετέχοντες και να τους στερήσει την ελευθερία ελιγμών. Ο ίδιος ο συγγραφέας το αποκαλεί υπολογισμό και ο ίδιος το χαρακτηρίζει κρυφό. Προκύπτει ότι στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως κατανοούσαν πολύ καλά πως οι εκπρόσωποι της ΟΟΕ-ΠΚ ήταν ικανοί για κάθε «ελιγμό» και μπορούσαν χωρίς ενδοιασμούς να εξαπατήσουν απλώς τους Έλληνες.

Η ρήξη του Φιλαρέτου με την ΟΕΟ το 2019, όταν προσπάθησε να αναβιώσει το Πατριαρχείο Κιέβου και ανακάλυψε ότι νομικά αυτό δεν υπήρχε πια, επιβεβαίωσε απλώς τους φόβους της αντιπροσωπείας του Φαναρίου.

Η φιλοξενούμενη κατοικία και η επιχειρησιακή αίθουσα

Η επίσημη εκδοχή των γεγονότων του Δεκεμβρίου 2018 επέμενε πάντοτε ότι το κράτος απλώς «συνέδραμε» την Εκκλησία. Ωστόσο, το χρονικό δείχνει εξαιρετικά ειλικρινά πώς έμοιαζε αυτή η «συνδρομή» εκ των έσω.

Τον κληρικό του Πατριαρχείου, που έφτασε στο Κίεβο, υποδέχθηκαν «υπάλληλοι της Προεδρικής Διοίκησης συνοδευόμενοι από την αστυνομία» και τον μετέφεραν στην επίσημη φιλοξενούσα κατοικία του Προέδρου, όπου διέμεναν οι έξαρχοι. Το βράδυ της 11ης Δεκεμβρίου στην κατοικία αυτή «για ενημέρωση» ήρθαν εκπρόσωποι των μυστικών υπηρεσιών και ανέφεραν στον μητροπολίτη Εμμανουήλ για την «πραγματική πρόθεση πολλών (επισκόπων) της ομάδας του Ονουφρίου να φτάσουν στη Σύνοδο» και για τους «φόβους τους απέναντι στη Μόσχα». Με άλλα λόγια, οι ουκρανικές μυστικές υπηρεσίες λειτουργούσαν για την κωνσταντινουπολίτικη αντιπροσωπεία ως πηγή πληροφοριών για τις διαθέσεις του επισκοπάτου της κανονικής ΟΟΕ. Οι συνεδριάσεις για την εκπόνηση του Καταστατικού της μελλοντικής ΟΕΟ διεξάγονταν «παρουσία του κ. Ροστισλάβ Πάβλενκο εκ μέρους του κ. Προέδρου και του Αντρέι Γιουράς» – του αναπληρωτή επικεφαλής της Προεδρικής Διοίκησης και τότε διευθυντή του τμήματος θρησκευτικών υποθέσεων του Υπουργείου Πολιτισμού. Οι απαιτήσεις του Φιλαρέτου προς τη Σύνοδο συζητήθηκαν σε συνάντηση με τους ίδιους, τον Πάβλενκο και τον Γιουράς.

Στη συνέχεια αρχίζει αυτό που σε οποιαδήποτε άλλη χώρα θα χαρακτηριζόταν σκάνδαλο. Προλαβαίνοντας τα γεγονότα: μετά τη αποτυχημένη νυχτερινή συνάντηση στον Ποροσένκο, για την οποία θα γίνει λόγος στο επόμενο κεφάλαιο, οι έξαρχοι αποφάσισαν να αναχωρήσουν. Αντιλαμβανόμενοι ότι κάθε συζήτηση «με σκοπό τη διαμόρφωση μιας ριζικής λύσης θα ματαιωθεί λόγω της συνεχούς παρακολούθησης των πάντων στο κτίριο», πέρασαν στην επικοινωνία «σιωπηλά, με τη βοήθεια χειρόγραφων σημειωμάτων σε χαρτί». Το σχέδιο ανακοινωθέντος το έστειλαν στον Πατριάρχη μόλις το πρωί – «αποκλειστικά επειδή γνώριζαν ότι όλες οι τηλεφωνικές συνομιλίες παρακούονται». Ο μητροπολίτης Εμμανουήλ αγόρασε επιδεικτικά εισιτήριο αεροπλάνου με δικά του χρήματα, «για να το δουν οι κρατούντες», συγκέντρωσε τις αποσκευές και κάλεσε αυτοκίνητα για το αεροδρόμιο.

Όσα συνέβησαν στη συνέχεια ο συγγραφέας τα εκθέτει σχεδόν πρωτοκολλητικά. Ο Πρόεδρος ζήτησε από τον μητροπολίτη Εμμανουήλ να περάσει από το ανάκτορο «για λίγο». Πέρασε μία ώρα, χωρίς καμία είδηση από αυτόν. Έπειτα ήρθε το μήνυμα «ότι έρχεται αστυνομία, για να μας μεταφέρει όλους μαζί στο Προεδρικό Μέγαρο».

Την αντιπροσωπεία μετέφεραν «με συνοδεία ισχυρής αστυνομικής φρουράς». Καθ’ οδόν ο επίσκοπος Παμφύλου Δανιήλ, πολίτης των ΗΠΑ, ενημέρωσε για τα τεκταινόμενα την αμερικανική πρεσβεία και ο μητροπολίτης Αμφιλόχιος – το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδος. Στο προεδρικό μέγαρο οι εκπρόσωποι της Κωνσταντινούπολης είδαν να τους αφαιρούνται τα τηλέφωνα και υποβλήθηκαν σε σωματική έρευνα. Στην ερώτηση του μητροπολίτη Αμφιλοχίου ο επικεφαλής της αντιπροσωπείας μητροπολίτης Εμμανουήλ απάντησε ότι «έχουμε τεθεί υπό κράτηση και μας έχει απαγορευθεί η έξοδος από τη χώρα».

Την αντιπροσωπεία την άφησαν ελεύθερη μόνο έπειτα από συνομιλία με τον Πατριάρχη και κατευθύνθηκε σε εστιατόριο, για να συζητήσει τις υποθέσεις «σε άλλο μέρος». Ο συγγραφέας σημειώνει: «καθ’ όλη τη διάρκεια του „γεύματος“ γύρω μας κινούνταν περισσότεροι από δέκα πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών, που δεν απέκρυπταν ιδιαίτερα την ιδιότητά τους».

Εδώ αξίζει να υπενθυμιστεί ότι όλα αυτά δεν αποτελούν «μοσχοβίτικη προπαγάνδα», αλλά τεκμηριωμένη έκθεση κληρικού του Φαναρίου. Αυτός καταγράφει: οι έξαρχοι του Οικουμενικού Πατριάρχη τέθηκαν ουσιαστικά υπό κράτηση από τις ουκρανικές αρχές, στερήθηκαν την επικοινωνία και μεταφέρθηκαν υπό συνοδεία στον πρόεδρο, ώστε εκείνος, παρουσία τους, να επιτύχει από τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο την επιθυμητή απόφαση. Την παρουσία του επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών στη νυχτερινή συνάντηση του Ποροσένκο, του Φιλαρέτου και του Εμμανουήλ ο συγγραφέας την αναφέρει παρεμπιπτόντως, ως λεπτομέρεια του σκηνικού, αλλά λεπτομέρεια εξαιρετικά ενδεικτική.

Ιδιαίτερα αξίζει να σημειωθεί πώς περιγράφεται στο χρονικό η συμμετοχή του κράτους στην ίδια τη «Σύνοδο».

Ο Ποροσένκο προσωπικά προσπάθησε να πείσει τον Φιλάρετο να υπογράψει την παραίτησή του από όλα τα αξιώματα στη νέα εκκλησιαστική δομή και το έγγραφο περί διάλυσης της ΟΟΕΚΠ (Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας Πατριαρχείου Κιέβου). Νωρίτερα, με τον ίδιο σκοπό είχε μεταβεί στον Φιλάρετο και ο πρόεδρος του κοινοβουλίου Αντρέι Παρούμπι.

Και όταν ο Ντενισένκο από το βήμα της «Συνόδου» απαίτησε το δικαίωμα να θέσει υποψηφιότητα για τη θέση του Προκαθημένου της ΟΕΚ (Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας), «στον Πρόεδρο πλησίασε μάλιστα κάποιος με στρατιωτική στολή και απαίτησε τις υποψηφιότητες του Φιλαρέτου, αλλά ο κ. Πρόεδρος επέβαλε τάξη». Με άλλα λόγια, τους κανόνες στη «Σύνοδο» τους καθόριζαν ο πρόεδρος και οι βοηθοί του. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για κρατική εκδήλωση, στην οποία προσκλήθηκαν «επίσκοποι».

Δεν είστε έτοιμοι για το αυτοκέφαλο

Το κεντρικό επεισόδιο του χρονικού ξεκινά στις έντεκα το βράδυ της 13ης Δεκεμβρίου, όταν ο Ποροσένκο καλεί τον μητροπολίτη Εμμανουήλ για «διαβούλευση». Οι υπόλοιποι έξαρχοι περιμένουν στην αίθουσα αναμονής «σε ανείπωτη ανησυχία και μέσα στο κρύο».

Ο μητροπολίτης Εμμανουήλ επιστρέφει στις δύο τα ξημερώματα «σε καταβεβλημένη κατάσταση» και αναφέρει ότι, για τη συνάντηση με τον Ποροσένκο, οι υπηρεσίες ασφαλείας απαίτησαν από αυτόν να βγάλει ακόμη και το ρολόι του χειρός, ενώ στο γραφείο, εκτός από τον πρόεδρο, κάθονταν ο Φιλάρετος και ο επικεφαλής των υπηρεσιών ασφαλείας.

Ο Φιλάρετος ήταν «ανένδοτος και αλύγιστος» και «απολάμβανε τη σιωπηρή υποστήριξη του Προέδρου». Το αποτέλεσμα: «Δυστυχώς, θα αποτύχουμε».

Ό,τι απαιτούσε ο Φιλάρετος, ο συγγραφέας το περιγράφει με άκρα λεπτομέρεια. Την παραμονή ο Ζόρια διάβασε στους εξάρχους το σχέδιο ανακοινωθέντος, σύμφωνα με το οποίο η μελλοντική «Ενωτική Σύνοδος» εκλέγει τον Προκαθήμενο, αλλά ο Φιλάρετος παραμένει «Πρόεδρος της Αγίας Συνόδου, Έξαρχος πάσης Ουκρανίας με δικαιώματα Προκαθημένου, δηλαδή σύγκλησης της Συνόδου, εκλογών επισκόπων, καθαιρέσεων κ.λπ.». Ο μητροπολίτης Εμμανουήλ εξήγησε ότι αυτό «θα αποτελούσε πρωτοφανές βήμα στην εκκλησιολογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας και θα γινόμασταν περίγελος σε ολόκληρη την Ορθοδοξία». Ωστόσο ο Ζόρια «επέμενε πολύ πεισματικά, απειλώντας ότι χωρίς αυτό δεν θα γίνει Σύνοδος».

Και εδώ ο συγγραφέας αφήνει να πέσει μια φράση που εξηγεί καλά τα τεκταινόμενα: «Το παράδοξο είναι ότι οι εκπρόσωποι του κράτους, που είχαν επανειλημμένα διαβεβαιώσει ότι τελικά θα πείσουν τον γέροντα Φιλάρετο, εκείνη την ώρα πήραν, ούτε λίγο ούτε πολύ, τη θέση του κ. Ευστρατίου. Ο Σεβασμιώτατος Έξαρχος έμεινε μόνος».

Δηλαδή ο Ποροσένκο, τη στιγμή της κρίσης, ήταν έτοιμος να παραδώσει στον Φιλάρετο την πραγματική διοίκηση της νέας Εκκλησίας με έναν ονομαστικό Προκαθήμενο, προκειμένου μόνο να πραγματοποιηθεί η «Σύνοδος». Το Φανάρι το απέρριψε αυτό, και πράγματι αυτό είναι ένα σημαντικό σημείο σε όλη την ιστορία – εκείνο στο οποίο τα συμφέροντα της Κωνσταντινούπολης και του Κιέβου απομακρύνθηκαν πραγματικά. Στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως καταλάβαιναν πολύ καλά ποιος είναι ο Φιλάρετος και τι εκπροσωπεί.

Και εδώ προκύπτει ένα λογικό ερώτημα: το καταλάβαιναν αυτό στην Κωνσταντινούπολη τότε, όταν αποφάσιζαν να άρουν το ανάθεμα από τον Ντενισένκο, αναγνωρίζοντάς το ως επιβληθέν για πολιτικούς λόγους και όχι λόγω σχίσματος; Η απάντηση, νομίζω, είναι προφανής.

Η κατάληξη της ιστορίας με τη «Σύνοδο» έρχεται το μεσημέρι της 14ης Δεκεμβρίου στην επιχειρησιακή αίθουσα, όπου οι Έξαρχοι μεταφέρθηκαν, και πάλι, υπό συνοδεία. Ο Ποροσένκο συνδέεται τηλεφωνικά με μεγάφωνο με τον Πατριάρχη. Σύμφωνα με την έκθεση, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος είπε στον Πρόεδρο της Ουκρανίας: «Έμαθα από τον Δεσπότη Γαλλίας για τις δυσκολίες και λυπάμαι που η προβληματική συμπεριφορά ενός και μόνο ανθρώπου αποδεικνύει ότι δεν είστε έτοιμοι για την αυτοκεφαλία». Και παρακάτω: «Δεν προτίθεμαι να πουλήσω την αξιοπρέπεια του Πατριαρχείου σε κανέναν Φιλάρετο. Και αν δεν είστε σε θέση να τον χαλιναγωγήσετε, λυπάμαι, αλλά οι άνθρωποί μου πρέπει να φύγουν. Στο Φανάρι μάθαμε να μη φοβόμαστε κανέναν και τίποτα».

Η απάντηση του Ποροσένκο φαίνεται και παράξενη και ταυτόχρονα συνηθισμένη για τους Ουκρανούς πολιτικούς, που έχουν συνηθίσει να καλύπτουν τις ενέργειές τους με απειλές εκ μέρους της Ρωσικής Ομοσπονδίας: «Παναγιώτατε, η κατάσταση στην Ουκρανία είναι τέτοια που, αν αύριο δεν πραγματοποιήσουμε τη Σύνοδο, υπάρχει πιθανότητα στρατιωτικής επέμβασης από τη Ρωσία, η οποία θα δει την αδυναμία μας». Ο Πατριάρχης απάντησε: «Τότε διορθώστε αμέσως την κατάσταση».

Στη συνέχεια ο Ποροσένκο διάβασε το σχέδιο επιστολής, την οποία ο ίδιος θα δώσει στον Φιλάρετο για υπογραφή.

Σύμφωνα με το σχέδιο, εκείνος παραιτείται από κάθε αξίωμα στη νέα Εκκλησία, πλην της μόνιμης συμμετοχής στη Σύνοδο. Τελικά ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος συμφώνησε να συνεχίσει, αλλά μόνο εάν «οι Έξαρχοί μου με διαβεβαιώσουν ότι κανένα από τα προνόμια της Μητέρας-Εκκλησίας δεν κινδυνεύει». Ο Ποροσένκο «αμέσως αποχαιρέτησε χαρούμενα όλους και έσπευσε στον γέροντα Φιλάρετο, για να πετύχει ο ίδιος, με το κύρος του, την υπογραφή του». Την υπογραφή την έφεραν μέσα σε μία ώρα. Τι είπε ο Ποροσένκο στον Φιλάρετο, δεν γνωρίζουμε. Γνωρίζουμε μόνο ότι το 2019 ο Ντενισένκο, αναβιώνοντας την ΟΟΕΚΠ, δήλωσε ότι τον εξαπάτησαν – και ο Ποροσένκο, και ο Ντουμένκο με τον Ζόρια.

Глава УПЦ КП Филарет заявил, что экс-президент Порошенко заставил его отказаться от выдвижения своей кандидатуры на пост руководителя ПЦУ, и при этом его обманули.

Ας επιστρέψουμε όμως στο έγγραφο και ας προσπαθήσουμε να αξιολογήσουμε την κατάσταση. Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, παρουσία του προέδρου και των μυστικών υπηρεσιών του, διαπιστώνει ότι η Ουκρανία δεν είναι έτοιμη για την αυτοκεφαλία. Ο πρόεδρος απαντά όχι με εκκλησιαστικό, αλλά με στρατιωτικό επιχείρημα: χωρίς «Σύνοδο» θα υπάρξει εισβολή της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Και την επόμενη ημέρα η «Σύνοδος» τελικά πραγματοποιήθηκε. Πραγματοποιήθηκε όχι επειδή εμφανίστηκε ξαφνικά «ετοιμότητα για την αυτοκεφαλία», αλλά επειδή εμφανίστηκε μια υπογραφή, την οποία ο πρόεδρος απέσπασε από έναν ενενηντάχρονο «ιεράρχη» και την οποία εκείνος αργότερα θα χαρακτηρίσει ως αποσπασμένη με εξαπάτηση.

Ο συγγραφέας, βεβαίως, το αναφέρει αυτό με χαρά, αλλά ο αναγνώστης που δεν ανήκει στη φαναριώτικη αντιπροσωπεία βλέπει εδώ κάτι άλλο. Βλέπει ότι ο Τόμος εκδόθηκε μετά από πίεση του Ποροσένκο, ο οποίος χρησιμοποίησε το επιχείρημα του πολέμου, και ότι ο ίδιος ο Πατριάρχης τη στιγμή της απόφασης γνώριζε ότι δίνει αυτοκεφαλία σε μια εκκλησία που ο ίδιος είχε χαρακτηρίσει ανέτοιμη γι' αυτήν.

Υπάρχει στην κατάσταση και μια ανθρώπινη διάσταση, την οποία ο συγγραφέας δεν κατάφερε να κρύψει.

Το πρωί της 15ης Δεκεμβρίου, όταν ο Φιλάρετος επί ώρες δεν υπογράφει την αυτοδιάλυση και ολόκληρη η πλατεία μπροστά από την Αγία Σοφία περιμένει στο κρύο, ο συγγραφέας γράφει: «Στην ψυχή μας καταλαβαίναμε μια τέτοια πράξη. Ήταν απολύτως φυσικό. Το „Πατριαρχείο Κιέβου“ ήταν για τον ενενηντάχρονο ιεράρχη το έργο της ζωής και των πεποιθήσεών του». Και στο τέλος, όταν ο Ζόρια «δακρυσμένος» παραδίδει στον Εμμανουήλ το υπογεγραμμένο κείμενο και λέει: «Πάτερ, νομίζω ότι γνωρίζετε τι σημαίνει για εμάς αυτό το κείμενο», – ο συγγραφέας απαντά: «Η Μητέρα-Εκκλησία είναι γιατρός. Κάθε εγχείρηση προκαλεί πόνο, αλλά θεραπεύει».

Σε έξι μήνες η «θεραπευμένη» ΟΕΕΚΠ (УПЦ КП) θα σηκωθεί από το χειρουργικό τραπέζι, θα κηρύξει ολόκληρη την «επέμβαση» παράνομη, και τους «χειρουργούς» και τους «βοηθούς» τους απατεώνες. Το χρονικό, χωρίς να το θέλει, εξηγεί με απόλυτη σαφήνεια γιατί συνέβη αυτό.

Το Καταστατικό ως εργαλείο

Οι διαφωνίες για το ποιος συνέταξε το Καταστατικό της ΟΕΟ (ПЦУ) και σε ποιον συμφέρει διαρκούν από τον Δεκέμβριο του 2018. Ο Φιλάρετος, όπως θυμόμαστε, υποστήριζε ότι το Καταστατικό έχει γραφεί προς όφελος της Κωνσταντινούπολης. Το χρονικό του μέλους της αντιπροσωπείας του Φαναρίου ουσιαστικά το επιβεβαιώνει. Το Καταστατικό πράγματι το συνέταξαν οι έξαρχοι, «υπερασπιζόμενοι με κάθε μέσο τα αιώνια προνόμια της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας», ενώ οι Ουκρανοί εκπρόσωποι απλώς αποδέχθηκαν αυτό το κείμενο. Την τελική διατύπωση την έκανε ο ίδιος ο συντάκτης: «στην αρχή διόρθωνα στα ελληνικά και έπειτα στη δική τους γλώσσα μέσω αγγλικής και ουκρανικής μετάφρασης». Το ουκρανικό κείμενο του Καταστατικού της ΟΕΟ αποτελεί, λοιπόν, μετάφραση από τα ελληνικά μέσω των αγγλικών.

Το πιο ειλικρινές μέρος αυτής της ενότητας της έκθεσης αφορά την τεχνολογία των διαπραγματεύσεων. Ο συντάκτης τις αποκαλεί «υποχωρήσεις» σε εισαγωγικά και διευκρινίζει ότι επρόκειτο απλώς για τεχνάσματα προώθησης των συμφερόντων του Φαναρίου. Το παράδειγμα το επιλέγει ο ίδιος.

Στο σχέδιο αναγραφόταν ότι εγγυητής του Καταστατικού είναι ο Οικουμενικός Πατριάρχης. Πάνω σε αυτή τη φράση εργάστηκαν μία ώρα. Τελικά ο Ζόρια ρώτησε τι σημαίνει, και ο Γρηγόριος, όπως λέει, περίμενε αυτή την ερώτηση «από την αρχή».

Δηλώνει ότι «σήμερα στη νέα Εκκλησία οι άνθρωποι είναι ευγνώμονες, αλλά αύριο θα έρθουν αχάριστοι και θα θελήσουν να εισαγάγουν διατάξεις αντίθετες προς τον Τόμο· γι’ αυτό εγγυητής της συμφωνίας του Καταστατικού με τον Τόμο πρέπει να είναι ο Πατριάρχης».

Ο Ζόρια πρότεινε να αναλυθεί αυτό λεπτομερώς. Το κατέγραψαν. Ωστόσο στο τέλος της συνεδρίασης ο Ευστράτιος παραδέχθηκε ότι η αναλυτική διατύπωση «έγινε πιο δεσμευτική από την αρχική», αλλά δεν προχώρησε πια στην αλλαγή της. «Έπρεπε να αρκεστώ στην αρχική», είπε ο Ζόρια. Ο συντάκτης συνοψίζει: «Με τη βοήθεια τέτοιων πρακτικών και εν μέρει φαινομενικών „υποχωρήσεων“ παγιώθηκε η θέση της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας».

Στην πραγματικότητα βλέπουμε εδώ όχι διαπραγματεύσεις, αλλά παιχνίδια κάτω από το τραπέζι, στα οποία η μία πλευρά θέτει τους κανόνες και η άλλη απλώς νομίζει ότι συμμετέχει στη συζήτηση. Αυτό αξίζει να το υπενθυμίζουμε κάθε φορά που οι εκπρόσωποι της ΟΕΟ λένε ότι το Καταστατικό εκφράζει τη βούληση του ουκρανικού εκκλησιαστικού λαού.

Το δεύτερο παράδειγμα αφορά την ονομασία της νέας δομής. Κατά την τελική επιμέλεια ο Ζόρια πρότεινε να αφαιρεθεί η λέξη «Αυτοκέφαλη» από την επίσημη ονομασία της Εκκλησίας, χαρακτηρίζοντάς την «μη εκκλησιολογική». Ο συντάκτης συμφωνεί, αλλά εξηγεί στον Πατριάρχη το πραγματικό υπόβαθρο: ο Ζόρια δεν ήθελε αυτή τη λέξη λόγω της σύνδεσής της με την ΟΑΕΚ (УАПЦ) του Μακαρίου. Στο Φανάρι, πάλι, η πρόταση του Ζόρια ήταν συμφέρουσα, «επειδή οι „αυτοκεφαλιστές“ είναι έννοια απεχθής και απαράδεκτη». Έτσι η νέα εκκλησιαστική δομή, για την αυτοκεφαλία της οποίας έγιναν όλα, έμεινε χωρίς τη λέξη «αυτοκέφαλη» στην ονομασία της: για τη μία πλευρά η λέξη θύμιζε ανταγωνιστές, για την άλλη σχισματικούς. Για τον ίδιο τον ουκρανικό λαό, που υποτίθεται διψά για αυτοκεφαλία, σε αυτή την περίπτωση κανείς δεν θυμήθηκε καν.

Το τρίτο παράδειγμα – η αυτοδιάλυση – έχει ήδη αναφερθεί. Αξίζει όμως να πούμε και για τη διαδικαστική πλευρά. Το πρωί της 14ης Δεκεμβρίου, ακόμη πριν από την τηλεφωνική επικοινωνία με τον Πατριάρχη, ο συγγραφέας, με την άδεια του Εμμανουήλ, θέτει στον Παυλένκο έναν όρο: πριν από τη «Σύνοδο» πρέπει να διαλυθούν τα νομικά πρόσωπα του Πατριαρχείου Κιέβου και της ΟΑΟΕ. Ο Γιουράς προτείνει να το πουν αυτό στους εκπροσώπους των δομών αυτών «κατ᾽ ιδίαν και όχι μπροστά σε όλους». Ο συγγραφέας απαντά: «Ο Σεβασμιώτατος Έξαρχος δεν θα κατέβει στη Σύνοδο, αν αυτό δεν γίνει». Ο Ζόρια προσπαθεί να μεταφέρει τη διάλυση στο πλαίσιο της Συνόδου ή σε χρόνο μετά από αυτήν, αλλά λαμβάνει άρνηση. Στη συνέχεια οι Ουκρανοί ζητούν να τους συνταχθεί σχέδιο διάλυσης, και… το συντάσσει ένας διάκονος του Πατριαρχείου.

Τριάντα έξι ψήφοι

Για το πώς ακριβώς εκλέχθηκε ο Επιφάνιος, μέχρι τώρα ήταν γνωστό μόνο από αφηγήσεις συμμετεχόντων, οι οποίες διέφεραν στις λεπτομέρειες. Το χρονικό, ωστόσο, δίνει αριθμούς από έναν άνθρωπο που ο ίδιος έθετε τη σφραγίδα της Συνόδου στα ψηφοδέλτια και «παρευρισκόταν συνεχώς» κατά την καταμέτρηση των ψήφων, την οποία διηύθυνε ο επίσκοπος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως Δανιήλ (Ζελίνσκι).

Αρχικά ο μητροπολίτης Εμμανουήλ ανακοίνωσε ότι υποψήφιοι μπορούν να είναι όλοι οι ιεράρχες, «εκτός από δύο αρχιερείς – τον Φιλάρετο και τον Μακάριο». Ο Φιλάρετος διαμαρτυρήθηκε από τη θέση του: «Μήπως στερούμαστε το δικαίωμα εκλογής; Όλοι εδώ έχουν όνομα και τίτλο. Εγώ δεν έχω. Γιατί;» Του απάντησαν πρώτα ο μητροπολίτης της ΟΟΕ Συμεών (μάλλον απότομα) και ύστερα ο Μακάριος. Μετά από αυτό ο μητροπολίτης Εμμανουήλ «με σοβαρότητα και ευγνωμοσύνη διάβασε την επιστολή του μητροπολίτη Φιλαρέτου προς την Υμετέρα Παναγιότητα, με την οποία εκείνος παραιτούνταν από οποιοδήποτε αξίωμα στη νέα Εκκλησία». Έτσι η επιστολή που είχε αποσπάσει την προηγούμενη ημέρα ο Ποροσένκο παρουσιάστηκε στον ίδιο τον Φιλάρετο ως γεγονός παραίτησης, και αυτό έγινε μπροστά σε διακόσιους αντιπροσώπους.

Στη συνέχεια 121 άτομα ψήφισαν υπέρ της μυστικής ψηφοφορίας και 41 υπέρ της φανερής. Μετά από αυτό καταρτίστηκε κατάλογος τριών υποψηφίων, στη διαμόρφωση του οποίου συμμετείχαν «ιεράρχες», «κληρικοί» και λαϊκοί: Επιφάνιος – 81 ψήφοι, Συμεών – 56, Μιχαήλ Ζινκέβιτς – 38.

Και εδώ υπάρχει ένα ενδιαφέρον σημείο: ο «μητροπολίτης» Μιχαήλ Ζινκέβιτς αρνήθηκε να συμπεριληφθεί στον κατάλογο. Ο επόμενος σε αριθμό ψήφων «μητροπολίτης» Δημήτριος αρνήθηκε επίσης. Έπειτα, κατά τα λεγόμενα του συγγραφέα, αρνούνταν όλοι, «μέχρι του σημείου ο γέροντας Φιλάρετος να αναγκαστεί να παρακαλέσει κάποιον από όσους είχαν λάβει από μία ψήφο, μάλιστα ακόμη και εν αγνοία τους, να συναινέσει στην ένταξή του στα „τρία πρόσωπα“, πράγμα που και έγινε».

15 декабря 2021 года Думенко с товарищами помпезно празднует третью годовщину так называемого «Объединительного Собора», на котором была создана ПЦУ.

Δηλαδή τρίτος υποψήφιος στον τελικό κατάλογο έγινε ένας άνθρωπος με μία ψήφο, τον οποίο συμπεριέλαβαν εκεί χωρίς καν να λάβουν τη συγκατάθεσή του! Μετά από αυτό ο Φιλάρετος «πλησίασε και, αφού ψήφισε, ευλόγησε την κάλπη με εντυπωσιακή και συμβολική κίνηση». Στην τελική ψηφοφορία, στην οποία συμμετείχαν μόνο «αρχιερείς» της ΟΟΕ-ΠΚ, της ΟΑΟΕ και δύο αρχιερείς από την ΟΟΕ, ο Επιφάνιος έλαβε 36 ψήφους και ο Συμεών (Σοστάτσκι) – 28.

Από τους 64 «αρχιερείς» που ψήφισαν, υπέρ του Επιφανίου τάχθηκαν οι 36, δηλαδή λίγο περισσότεροι από τους μισούς. Ο Συμεών, ο μοναδικός από τους δύο επισκόπους που πέρασαν από την ΟΠΕ (ΟΠΕ = Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία) και τέθηκε υποψήφιος, έλαβε 28 ψήφους. Κατά πάσα πιθανότητα, εκτός από τον Ντραμπίνκο, υπέρ του ψήφισε σημαντικό μέρος του «επισκοπάτου» της ΟΑΕΕ (Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία), καθώς και εκείνοι οι «ιεράρχες» του Πατριαρχείου Κιέβου που δεν ήθελαν να δουν επικεφαλής τον ευνοούμενο του Φιλαρέτου. Αν ο Μιχαήλ – ο υποψήφιος των «αντιδρώντων», σύμφωνα με το χρονικό – δεν είχε αποσύρει την υποψηφιότητά του, η κατάσταση θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί διαφορετικά. Τελικά, ο πρώτος «Προκαθήμενος» της ΟΕΟ (Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας) νίκησε με διαφορά οκτώ ψήφων σε εκλογές όπου οι δύο κύριες μορφές αποκλείστηκαν εκ των προτέρων και ο τρίτος υποψήφιος συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο εν αγνοία του.

Και αυτό δεν είναι πλέον λεπτομέρεια, αλλά ευθύ ερώτημα: πόσο νόμιμη ήταν η εκλογή του Ντουμένκο;

Το ερώτημα της νομιμότητας πρέπει να τεθεί και σε σχέση με τον ισχυρισμό του συγγραφέα ότι στη «Σύνοδο» ψήφισαν και οι ίδιοι οι Φαναριώτες. Σύμφωνα με τα λόγια του, ο ίδιος «επέμεινε ώστε ο κατάλογος να φερθεί στους Εξάρχους, και μάλιστα στη μέση της διαδικασίας, ώστε – ούτε στο τέλος ούτε στην αρχή – να μη φαίνεται πώς ψήφισε ο καθένας». Με άλλα λόγια, οι έξαρχοι της Κωνσταντινούπολης ψήφισαν στις εκλογές του «προκαθημένου» της ουκρανικής εκκλησίας.

Δύο από τους «πολλούς»

Ολόκληρος ο σχεδιασμός της «Ενωτικής Συνόδου» στηριζόταν στην προσδοκία ότι ο επισκοπάτος της ΟΠΕ θα διασπαστεί και σημαντικό μέρος του θα περάσει στη νέα δομή. Το χρονικό δείχνει από πού προερχόταν αυτή η βεβαιότητα και πώς κατέρρευσε ολοσχερώς.

Στις 11 Δεκεμβρίου στους εξάρχους φτάνει ο τότε ακόμη μητροπολίτης της ΟΠΕ Αλέξανδρος (Ντραμπίνκο), τον οποίο αποκαλούν εκπρόσωπο «από την ομάδα του Ονουφρίου». Σύμφωνα με τον συγγραφέα, εκείνος «εξέφρασε θερμά την υποστήριξή του στις κανονικές ενέργειες της Μητέρας-Εκκλησίας και ανέφερε ότι κρυφά πολλοί επιθυμούν να προσχωρήσουν στο νέο σώμα, αλλά φοβούνται, αφενός, ότι το Φανάρι τελικά δεν θα αναλάβει δράση για την προστασία τους και, αφετέρου, ότι οι ενέργειες της Μόσχας έναντι των πιθανών „αποστατών“ θα είναι αδίστακτες».

Ο μητροπολίτης Εμμανουήλ διαβεβαιώνει τον Ντραμπίνκο ότι ο Πατριάρχης, «κάνοντας χρήση του δικαιώματός του να παρέχει βοήθεια μέσω έφεσης πέραν των ορίων του, σε καμία περίπτωση δεν θα αφήσει χωρίς αυτήν τους προσχωρούντες κληρικούς οποιουδήποτε βαθμού», και ζητά «να το μεταφέρει αυτό με απόλυτη μυστικότητα προς κάθε κατεύθυνση, για ενθάρρυνση όσων το επιθυμούν».

Το βράδυ οι ουκρανικές μυστικές υπηρεσίες επιβεβαιώνουν την «πραγματική πρόθεση πολλών από την ομάδα του Σεβασμιωτάτου Ονουφρίου να προσέλθουν στη Σύνοδο». Στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε δείπνο με τους Σοστάτσκι και Ντραμπίνκο, το οποίο πλήρωσε ο τελευταίος. Στο δείπνο παρευρέθηκαν και κληρικοί που «σκόπευαν να τους ακολουθήσουν».

Τελικά, ωστόσο, στη «Σύνοδο» από την ΟΠΕ προσήλθαν μόνο οι ίδιοι οι Σοστάτσκι και Ντραμπίνκο. Στο χρονικό το γεγονός αυτό δεν συζητείται καν: ο συγγραφέας απλώς περνά στην περιγραφή του προεδρείου, όπου κάθεται ο Συμεών «ως πρώτος της ομάδας του Ονουφρίου», η οποία αποτελείται από τον ίδιο και τον Ντραμπίνκο.

Αυτή η στιγμή είναι σημαντική για δύο λόγους. Πρώτον, εδώ καταγράφεται ο μηχανισμός: η Κωνσταντινούπολη υποσχέθηκε στους επισκόπους της ΟΠΕ προστασία μέσω του δικαιώματος έφεσης, δηλαδή μέσω του ίδιου αμφιλεγόμενου κανονικού εργαλείου στο οποίο στηρίζεται όλη η φαναριώτικη επιχειρηματολογία στο ουκρανικό ζήτημα, ενώ τις πληροφορίες για τις διαθέσεις του επισκοπάτου τις λάμβανε από τις ουκρανικές μυστικές υπηρεσίες.

Δεύτερον, εδώ φαίνεται πόσο απείχε από την πραγματικότητα η εικόνα που παρουσιαζόταν στους εξάρχους. Και ο Ντραμπίνκο και οι μυστικές υπηρεσίες μιλούσαν για «πολλούς». Σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, η κοινή γνώμη «υποστήριζε θερμά» όσα συνέβαιναν. Στη «Σύνοδο» όμως προσήλθαν μόνο δύο από τους 98 (εκείνη τη στιγμή) επισκόπους της ΟΠΕ, πράγμα που ουσιαστικά δεν ξεπερνά τα όρια του στατιστικού σφάλματος.

Ενδεικτική είναι και η συνάντηση με τους «επισκόπους» της ΟΠΕ ΠΚ το απόγευμα της 13ης Δεκεμβρίου. Ο «μητροπολίτης» Μιχαήλ ήρθε με επτά «αρχιερείς», οι οποίοι στο έγγραφο αναφέρονται ως «από τους αντιτιθέμενους». Αποδείχθηκε ότι «δεν είχαν καμία πληροφόρηση για την πορεία των συζητήσεων», «φοβούνταν να εκφράσουν τη γνώμη τους με ψηφοφορία, επειδή ο γηραιός Φιλάρετος τους επέβαλλε φανερή ψηφοφορία» και «επέδειξαν ψυχική ανετοιμότητα». Ο «μητροπολίτης» Αντώνιος (απ’ ό,τι φαίνεται, ο Μαχότα), σύμφωνα με τον συντάκτη, «συγκίνησε όλους»: «Ζούμε τόσα χρόνια στο σχίσμα, στο σκοτάδι και στη σκιά, ως αιχμάλωτοι της επιλογής μας… Συνηθίσαμε την κατάσταση του σχίσματος και, κατά κάποιον τρόπο, την αυτάρκεια. Συχνά δεν συνειδητοποιούμε τη θλιβερή μας κατάσταση. Βοηθήστε μας τουλάχιστον να κατανοήσουμε τα προβλήματά μας».

Αυτά τα λόγια τα εκφέρει ενεργός «αρχιερέας» του Πατριαρχείου του Κιέβου. Ο συντάκτης τα παραθέτει ως συγκινητική μαρτυρία μετανοίας. Στην πραγματικότητα όμως ηχούν διαφορετικά: ο «επισκοπικός κλήρος» που η Κωνσταντινούπολη αναγνώρισε ως κανονικό με μία μόνο συνοδική απόφαση (χωρίς μετάνοια και χωρίς επανάχειροτονία) χαρακτήριζε ο ίδιος την κατάστασή του σχίσμα, σκοτάδι και αιχμαλωσία μόλις 48 ώρες πριν από τη Σύνοδο. Αυτή η ομολογία δεν είχε ακουστεί ποτέ μέχρι σήμερα δημοσίως.

Έχει ξαναγίνει

Η ιστορία της Εκκλησίας γνωρίζει πολλές πράξεις που έγιναν υπό την πίεση της κοσμικής εξουσίας. Το χρονικό εντάσσει άθελά του τα γεγονότα του Κιέβου σε αυτή τη σειρά, και αξίζει να θυμηθούμε πώς κατέληξαν τέτοιες πράξεις.

Η πλησιέστερη παράλληλη περίπτωση – και η πιο άβολη για το Φανάρι – είναι το έτος 1589.

Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμίας Β΄ ήρθε στη Μόσχα για να ζητήσει ελεημοσύνη και πέρασε εκεί πάνω από έξι μήνες, ουσιαστικά στη θέση τιμητικού αιχμαλώτου. Ο τσάρος Θεόδωρος Ιωάννοβιτς και ο Μπορίς Γκοντουνόφ πέτυχαν από αυτόν την ίδρυση του Πατριαρχείου Μόσχας, και ο Ιερεμίας, σύμφωνα με τις πηγές, συναίνεσε απρόθυμα και υπό πίεση. Η Κωνσταντινούπολη υπενθύμιζε έπειτα επί αιώνες ότι το πατριαρχείο δόθηκε στη Μόσχα «υπό πιεστικές συνθήκες». Το χρονικό του Δεκεμβρίου 2018 περιγράφει το ίδιο σχήμα με καθρεπτική ακρίβεια: έξαρχοι στην κατοικία του αρχηγού του κράτους, κατασχεμένα τηλέφωνα, απαγόρευση αναχώρησης, ένας πρόεδρος που παρουσία του επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών επιτυγχάνει την επιθυμητή απόφαση. Η διαφορά είναι μόνο ότι ο Ιερεμίας χρειάστηκε έξι μήνες, ενώ στον Εμμανουήλ αρκέστηκε μία νύχτα και ένα τηλεφώνημα.

Αν το Φανάρι θεωρεί την πράξη του 1589 εξαναγκασμένη και γι’ αυτό ελλιπή, θα πρέπει να εξηγήσει σε τι διαφέρει από αυτήν η πράξη του 2018.

Η δεύτερη παράλληλη περίπτωση είναι η Φλωρεντία του 1439. Ο αυτοκράτορας Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος έφερε την ελληνική αντιπροσωπεία στην Ιταλία για στρατιωτική βοήθεια κατά των Τούρκων και πέτυχε την υπογραφή της ένωσης. Το επιχείρημα ήταν το ίδιο με εκείνο του Ποροσένκο: αν δεν υπογράψετε, θα έρθουν οι εχθροί. Υπέγραψαν όλοι οι Έλληνες, εκτός από τον άγιο Μάρκο τον Ευγενικό. Επιστρέφοντας στην πατρίδα, οι υπογράψαντες αποκήρυξαν τις υπογραφές τους ο ένας μετά τον άλλον, ενώ ο λαός δεν δέχτηκε ποτέ την ένωση με τους Καθολικούς.

Μόλις δεκατέσσερα χρόνια αργότερα, η Κωνσταντινούπολη έπεσε. Το στρατιωτικό επιχείρημα στο εκκλησιαστικό ζήτημα αποδείχθηκε ασήμαντο, και οι υπογραφές που τέθηκαν υπό την πίεσή του δεν άξιζαν όσο το χαρτί στο οποίο γράφτηκαν.

Υπάρχει και τρίτη παραλληλία, χρονικά πιο κοντινή. Το 1870 ένα σουλτανικό φιρμάνι ίδρυσε τη Βουλγαρική Εξαρχία, και το 1872 η Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης κήρυξε τους Βουλγάρους σχισματικούς, καταδικάζοντας τον «εθνοφυλετισμό», δηλαδή την υπαγωγή της εκκλησιαστικής οργάνωσης στην εθνική αρχή. Το σχίσμα διήρκεσε 73 χρόνια. Για το Φανάρι αυτό έγινε αδιάσειστη μαρτυρία ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να δημιουργείται από το κράτος με βάση το εθνικό κριτήριο. Στο Κίεβο, το 2018, τη νέα Εκκλησία την επέβαλε ο πρόεδρος της χώρας με τη συμμετοχή του προέδρου του κοινοβουλίου και άλλων αξιωματούχων – και την επέβαλε με καθαρά εθνικό κριτήριο. Τη λέξη «αυτοκέφαλη», όπως είδαμε, την αφαίρεσαν από την ονομασία για τακτικούς λόγους. Όμως είναι ευκολότερο να αφαιρέσεις μια λέξη παρά ένα προηγούμενο: η βουλγαρική ιστορία δεν πήγε πουθενά εξαιτίας αυτού.

Τέταρτη παραλληλία είναι η Εσθονία του 1996. Δείχνει σε τι καταλήγουν συνήθως τέτοιες περιπτώσεις. Η Κωνσταντινούπολη ανανέωσε τον Τόμο της του 1923 και ίδρυσε παράλληλη δομή στο κανονικό έδαφος του Πατριαρχείου Μόσχας. Η Μόσχα διέκοψε την κοινωνία με την Κωνσταντινούπολη, και μετά από μερικούς μήνες τα μέρη συμφώνησαν σε δύο παράλληλες δικαιοδοσίες. Στην Εσθονία αυτό ήταν εφικτό, επειδή επρόκειτο για δεκάδες ενορίες. Στην Ουκρανία όμως πρόκειται για χιλιάδες ενορίες και δεκάδες μοναστήρια! Ακριβώς γι’ αυτό ο «εσθονικός συμβιβασμός» σε ουκρανική κλίμακα αποδείχθηκε αδύνατος. Γιατί – το εξηγεί ένα μέλος της φαναριώτικης αντιπροσωπείας στο Κίεβο: όλος ο υπολογισμός της Κωνσταντινούπολης βασιζόταν στη μαζική μετάβαση του επισκοπάτου της ΟΟΕ, η οποία τελικά δεν έγινε.

Τέλος, αξίζει να θυμηθούμε πώς η ίδια η Κωνσταντινούπολη βίωσε την πίεση της κοσμικής εξουσίας. Τον Πατριάρχη Κωνσταντίνο ΣΤ΄ το 1925 τον εξόρισαν από την Τουρκία ως «ανταλλάξιμο πρόσωπο». Τον Πατριάρχη Μάξιμο Ε΄ το 1948 τον ανάγκασαν να αποχωρήσει με πρόσχημα την ασθένεια, και ο διάδοχός του Αθηναγόρας ήρθε από την Αμερική με το αεροπλάνο του προέδρου Τρούμαν. Το Φανάρι θυμάται αυτά τα γεγονότα ως εξευτελισμό και βία κατά της Εκκλησίας. Ωστόσο στο Κίεβο οι φύλακες αυτής της μνήμης δεν εξέφρασαν την παραμικρή διαμαρτυρία, όταν το κράτος οργάνωνε την εκκλησιαστική σύνοδο, ενώ τους ίδιους τους κρατούσε ουσιαστικά όμηρους.

Για άλλη μια φορά: σε όλες τις αναφερθείσες περιπτώσεις το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Η πράξη που ελήφθη υπό πίεση δεν εξαφανιζόταν από μόνη της, αλλά ούτε και αποκτούσε την αναγκαία πληρότητα για την Εκκλησία. Παρέμενε αντικείμενο διαμάχης για τις επόμενες γενιές, μέχρις ότου η Εκκλησία έβρισκε τη δύναμη είτε να την επιβεβαιώσει ελεύθερα είτε να την ακυρώσει. Η πράξη του Κιέβου του 2018 δεν έχει επιβεβαιωθεί προς το παρόν ούτε με τον έναν ούτε με τον άλλον τρόπο, και η έκθεση προς τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο εξηγεί πολύ καλά γιατί είναι τόσο δύσκολο να αναγνωριστεί ως ελεύθερη.

Ποιος και τι θα διαβάσει εδώ

Το έγγραφο, που γράφτηκε για έναν αναγνώστη, απέκτησε δημοσιότητα, και ο καθένας θα βρει σε αυτό το δικό του.

Η Μόσχα θα βρει επιβεβαίωση για όλα όσα υποστήριζε από το 2018: η «Ενωτική Σύνοδος» ήταν κρατική εκδήλωση, το αυτοκέφαλο δόθηκε υπό πίεση και με πολιτικά, όχι εκκλησιαστικά, επιχειρήματα (χωρίς τη «Σύνοδο» τάχα θα επιτεθεί η Ρωσία), οι έξαρχοι ενήργησαν σε επαφή με τις μυστικές υπηρεσίες, ενώ την επισκοπή της ΟΟΕ επιχείρησαν να την προσεταιριστούν με υποσχέσεις προστασίας. Για τη Μόσχα αυτό το έγγραφο αξίζει περισσότερο από οποιαδήποτε δική της δήλωση, επειδή γράφτηκε από τον αντίπαλο. Το μόνο που η Μόσχα θα αναγκαστεί να αποσιωπήσει είναι η παραλληλία με το 1589, η οποία πλήττει εκείνη όχι λιγότερο απ’ ό,τι το Φανάρι.

Οι Εκκλησίες της Σερβίας, της Αντιόχειας, της Πολωνίας, της Βουλγαρίας, της Γεωργίας και άλλες που δεν αναγνώρισαν την ΟΕΥ θα αποκτήσουν το επιχείρημα που τους χρειαζόταν από καιρό. Η θέση τους πάντοτε ήταν ότι το ζήτημα δεν αφορά τη Μόσχα, αλλά τον τρόπο με τον οποίο δημιουργήθηκε η νέα δομή στην Ουκρανία. Αυτόν ακριβώς τον τρόπο περιγράφει η έκθεση προς τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο.

Διαφορετική είναι η κατάσταση για τις Εκκλησίες της Αλεξάνδρειας, της Κύπρου και της Ελλάδος, που αναγνώρισαν την ΟΕΥ: για αυτές το έγγραφο είναι εξαιρετικά άβολο. Δημόσια, πιθανότατα, θα σιωπήσουν. Όμως στο εσωτερικό αυτών των Εκκλησιών υπάρχουν αρκετοί επίσκοποι που συναίνεσαν στην αναγνώριση με βαριά καρδιά και υπό πίεση, ή και που αρνήθηκαν εντελώς να την υποστηρίξουν. Για αυτούς η έκθεση θα αποτελέσει ένα ακόμη επιχείρημα κατά της περαιτέρω νομιμοποίησης των Ουκρανών σχισματικών.

Δυσκολότερη απ’ όλες φαίνεται η θέση της ΟΕΥ. Για αυτήν το έγγραφο δεν είναι απλώς άβολο, αλλά άμεσα καταστροφικό. Από αυτό προκύπτει ότι το Καταστατικό το έγραψαν Έλληνες και μεταφράστηκε μέσω των αγγλικών, ότι οι «υποχωρήσεις» ήταν φαινομενικές, ότι η ονομασία συντομεύτηκε για τακτικούς λόγους, ότι ο «Προκαθήμενος» εξελέγη με 36 ψήφους με αποκλεισμό των δύο κύριων υποψηφίων, ότι οι «επίσκοποι» της ΟΕΥ δύο ημέρες πριν από τη «Σύνοδο» χαρακτήριζαν την κατάστασή τους σχίσμα. Καθεμία από αυτές τις λεπτομέρειες είχε συζητηθεί από καιρό, αλλά η συζήτηση δεν είχε τεκμηριωτική βάση. Τώρα υπάρχει, και παρασχέθηκε από τους ίδιους τους Φαναριώτες.

«Почетный патриарх» сообщил, что на объединительном Соборе было заключено джентельменское соглашение между ним, Епифанием, Порошенко и архиереями, которое было нарушено.

Αντί επιλόγου

Απομένει το βασικό ερώτημα – τι θα απαντήσει το Φανάρι. Οι Έλληνες συνάδελφοι έχουν δίκιο: η σιωπή σε μια τέτοια κατάσταση είναι επίσης απάντηση, και μάλιστα όχι η καλύτερη. Το έγγραφο μπορεί να διαψευστεί μόνο με έναν τρόπο – με την προσκόμιση γεγονότων που του αντιφάσκουν. Όμως θα πρέπει να διαψευστεί όχι από «μοσχοβίτες προπαγανδιστές», αλλά από έναν δικό τους κληρικό, σήμερα μητροπολίτη, ο οποίος έγραφε όχι για το κοινό, αλλά για τον Πατριάρχη του.

Και εφόσον το έγγραφο είναι αυθεντικό, το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως οφείλει να αναγνωρίσει το αυτονόητο: η ΟΕΥ γεννήθηκε όχι από «μεγάλη χαρά» ούτε από τη βούληση του ουκρανικού εκκλησιαστικού λαού, αλλά από νυχτερινές διαπραγματεύσεις υπό την παρακολούθηση των μυστικών υπηρεσιών, από ένα τηλεφώνημα από επιχειρησιακή αίθουσα και από μια υπογραφή που αποσπάστηκε από έναν ενενηντάχρονο γέροντα με αντάλλαγμα υποσχέσεις, τις οποίες ο ίδιος αργότερα αποκάλεσε εξαπάτηση.

Πέρασαν σχεδόν οκτώ χρόνια. Το χρονικό μιας εβδομάδας αποδείχθηκε χρονικό ενός σφάλματος που το Φανάρι διέπραξε συνειδητά. Και όσο περισσότερο σιωπά, τόσο πιο προφανές θα γίνεται ότι δεν έχει τίποτα να πει προς δικαιολόγησή του.

Το επαίσχυντο χρονικό μιας εβδομάδας: πώς γεννήθηκε η ΟΕΟΥ

Έξαρχοι υπό συνοδεία, τηλεφώνημα από την επιχειρησιακή αίθουσα και 36 ψήφοι υπέρ του Επιφανίου: τι αφηγήθηκε για τη «Σύνοδο» του 2018 μέλος της φαναριώτικης αντιπροσωπείας.

Μπορούν οι επαρχίες της ΟΟΕ να διαλυθούν χωρίς να περιμένουν την απόφαση για τη Μητρόπολη;

Πώς η ΚΥΕΕΕ εκκινεί χωριστές διαδικασίες κατά επαρχιών, μοναστηριών και ιδρυμάτων της ΟΟΕ, ενώ η δίκη για την υπόθεση της Μητροπόλεως Κιέβου συνεχίζεται ακόμη

Δύο δολοφονίες και μία σιωπή

Ο Ζελένσκι καταδίκασε τη δολοφονία του καθολικού ιερέα στην Πολωνία την ίδια κιόλας ημέρα. Για τον μοναχό της UOC στη Λαύρα του Σβιατογκόρσκ, ο οποίος δολοφονήθηκε έναν μήνα νωρίτερα, σιωπά μέχρι σήμερα.

Υπόκλιση προς το Φανάρι; Γιατί η Θεολογική Ακαδημία Κιέβου (KDA) συνεχάρη τον έξαρχο της Κωνσταντινούπολης

Αντιπροσωπεία της Θεολογικής Ακαδημίας του Κιέβου συνεχάρη τον έξαρχο του Φαναρίου, ο οποίος σιωπά για τους διωγμούς κατά της UOC. Ποιος εξουσιοδότησε αυτή την ενέργεια και γιατί δεν την είδαν με καλό μάτι ούτε καν οι υποστηρικτές της OCU;

«Απο-μοσχοποίηση» για χάρη της ενότητας: πώς ο Σεβτσούκ ενώνει τους Ουκρανούς

Ο επικεφαλής της UGCC (Ουκρανικής Ελληνόρρυθμης Καθολικής Εκκλησίας) προειδοποιεί ότι ο εσωτερικός διχασμός απειλεί την ύπαρξη της Ουκρανίας, και ταυτόχρονα καλεί σε αγώνα εναντίον των «λάθος» ανθρώπων. Είναι αυτό γνωστική διαφωνία ή κάτι περισσότερο;

Παρωδία επιχειρήματος: απάντηση στον άρχοντα του Φαναρίου προς υπεράσπιση του ιεράρχη Τσερκάσι